id stringlengths 26 26 | text stringlengths 6 391 | audio audioduration (s) 1.24 26.4 |
|---|---|---|
Paramythi_horis_onoma_1134 | Και συ Μήτσο εξακολούθησε γυρνώντας στο κλεφτόπαιδο τώρα που έχεις την καλή τύχη να ξανανταμώσεις τον κυρ-Κακομοιρίδη | |
Paramythi_horis_onoma_1350 | - Έκανα μονάχα το καθήκον μου είπε απλά ο πρωτομάστορης. Το Βασιλόπουλο του άπλωσε το χέρι. - Σ' ευχαριστώ στ' όνομα της | |
Paramythi_horis_onoma_1544 | διάβαζε την Κύρου Ανάβαση . - Α όχι αυτό δεν κάνει πια! είπε αυστηρά το Βασιλόπουλο. | |
Paramythi_horis_onoma_0841 | Ήταν πια αργά σαν έφθασαν στο παλάτι. Όλοι κοιμούνταν. | |
Paramythi_horis_onoma_1729 | Το πρόσωπο του ήταν ιδρωμένο και σκονισμένο και στη μέση φορούσε μια παλιωμένη πέτσινη ζώνη όπου ξεχώριζε ένας μεγάλος μουντός λεκές. | |
Paramythi_horis_onoma_1175 | φώναξε το Βασιλόπουλο αναμμένο. Στα όπλα παιδιά! Θα τους σταματήσομε! Οι χωρικοί κοντοστάθηκαν. - Μα δεν έχομε όπλα! είπαν. | |
Paramythi_horis_onoma_1515 | Κοίταξε γύρω του και μαύρη λύπη του γέμιζε την καρδιά βλέποντας τους ακαλλιέργητους κάμπους τους δρόμους όλο αγκάθια και λάκκους και τα ερειπωμένα χωριά που μια φορά ήταν κατοικημένα και πλούσια. | |
Paramythi_horis_onoma_1601 | Το ίδιο και με την Πικρόχολη. | |
Paramythi_horis_onoma_1302 | Τραβώντας το κοντάρι ο κουλός όρμησε στον υπασπιστή. - Λαβώθηκες! ξεφώνισε. - Δεν είναι τίποτα μια τσουγκρανιά μόνο αποκρίθηκε ο Πολύ- δωρος. | |
Paramythi_horis_onoma_0435 | - Τί είναι αυτά! ξεφώνισε φουρκισμένος. - Αυγά Αφέντη αποκρίθηκε με σεβασμό ο αρχικαγκελάριος. | |
Paramythi_horis_onoma_1337 | - Δε γίνεται! Θα ζήσει! Πρέπει να ζήσει! φώναξε το Βασιλόπουλο. Πολύδωρε... με ακούς! Μίλησε μου... Δεν έλαβε απόκριση. | |
Paramythi_horis_onoma_0992 | - Αξίζει άραγε ο κόπος να εργαστώ για τέτοιους ανθρώπους να πονώ για τέτοιον τόπο; μουρμούρισε. - Ναι! είπε σιγά μια γυναικεία | |
Paramythi_horis_onoma_0936 | - Μονοχέρης. - Ευχαριστώ. Και ο υπασπιστής γύρισε να φύγει. - Ε πατριώτη αμέ το δικό σου; φώναξε ο κουλός. - Ποιο δικό | |
Paramythi_horis_onoma_1728 | μου έδειξαν ένα παλικάρι που κατάφθανε ντυμένο με μάλλινα άσπρα ρούχα σαν όλους τους άλλους στρατιώτες με τα βέλη του κρεμασμένα στη ράχη και το τόξο στο χέρι. | |
Paramythi_horis_onoma_0028 | - Ελάφι; είπε μ' ένα ξεκάρδισμα που αναποδογύρισε όλα της τα φυλλαράκια και μια στιγμή από πράσινη την έκανε ασημένια. | |
Paramythi_horis_onoma_1762 | Κάμποσες μέρες έμεινε κακιωμένος και κλεισμένος στα δωμάτια του. Ύστερα φώναξε τον αρχικαγκελάριό του και του είπε: | |
Paramythi_horis_onoma_1535 | Λογάριαζε λέει μόλις γίνει καλά να σηκώσει καινούριο στρατό και να ξαναρχίσει τον πόλεμο. | |
Paramythi_horis_onoma_1221 | Εδώ θα πεθάνομε ή θα τους δαμάσομε! Παραμερίζοντας τον κόσμο πέρασε με το Βασιλιά και ανέβηκε στα σκαλοπάτια του φρουραρχείου. - Πατριώτες τι γυρεύετε; | |
Paramythi_horis_onoma_0250 | αναστέναξε βαριά και κοίταξε τον αδελφό της που πήγαινε ίσια μπροστά του με σταθερό βήμα και με το μέτωπο ψηλά. | |
Paramythi_horis_onoma_0771 | και σα λείπει στην ταβέρνα το φυλάγω εγώ. - Πες μου είπε το Βασιλόπουλο ξέρεις αν σήμερα το πρωί πέρασε από δω ο Τζοτζές του Βασιλιά; | |
Paramythi_horis_onoma_0152 | Αυτός τα έχασε άρχισε κάτι εξηγήσεις μπερδεύτηκε και σταμάτησε. - Πατέρα είπε το Βασιλόπουλο τα φαγιά αυτά είναι κλεμμένα. | |
Paramythi_horis_onoma_0406 | - Τα συνηθισμένα πάλι! είπε με λύπη το Βασιλόπουλο. Και τα δυο αδέλφια έτρεξαν στο παλάτι όπου όλο και δυνατότερες ακούουνταν οι στριγλιές. | |
Paramythi_horis_onoma_0342 | Τ' αδέλφια αποχαιρέτησαν το γέρο και τράβηξαν κατά τη χώρα. Έφθασαν αργά. Ο ήλιος είχε γείρει πίσω από το βουνό η δίκη εκείνη την ώρα είχε τελειώσει. | |
Paramythi_horis_onoma_0924 | - Και πας έτσι για το κέφι του Κράτους με άλλα λόγια του κυρ-Αστόχαστου να δοκιμάσεις τι λογής τσιμπούν οι λόγχες του | |
Paramythi_horis_onoma_0999 | Και θέλεις λοιπόν κι εσύ να γίνεις ένα μαζί τους να παρατήσεις την πάλη από τις πρώτες δυσκολίες ν' αφήσεις τη θέση σου να δειλιάσεις μπρος στον κόπο και στην ευθύνη; | |
Paramythi_horis_onoma_0472 | Ανάμεσα στα γέλια των άλλων ο Βασιλιάς άκουσε το αναφιλητό του γιου του. Κοίταξε γύρω με πρόσωπο αλλαγμένο. - Ποιος κλαίει; | |
Paramythi_horis_onoma_0547 | - Έλα δω Ειρηνούλα φώναξε έλα να βρούμε που πηγαίνουν το φορτίο τους τα μερμήγκια! | |
Paramythi_horis_onoma_0285 | - Σχολείο! αναφώνησε με χαρά το Βασιλόπουλο. Ποτέ μου δεν είδα σχολείο και ήθελα τόσο να ξέρω πώς είναι! | |
Paramythi_horis_onoma_0598 | Εγώ θα της πω όλα τα καλοπιάσματα που ξέρω μήπως και μου ράψει φόρεμα όμορφο σαν που ήταν της Ζήλιως προτού σκεπαστεί με λεκέδες. | |
Paramythi_horis_onoma_0946 | βου-ον-ου-ου-νά αγάπη μ' στα-α βου-ου-νά βουνά. | |
Paramythi_horis_onoma_0174 | του είπε. Και με καινούριο θάρρος ξαναπήρε το δρόμο της πλάγι του. Σε λίγο όμως η κούραση τη νίκησε. | |
Paramythi_horis_onoma_0802 | - Μην κακοκαρδίζεις παλικάρι μου εξακολούθησε. Έλα μέσα με την αδελφή σου. Του κάκου τον κυνηγάς δεν τον προφθαίνεις πια! | |
Paramythi_horis_onoma_1097 | - Κάτω εκεί στου Κακομοιρίδη το σπίτι θα στρωθεί σήμερα μεγάλο τραπέζι και πρέπει κι εκεί να πάγω φαγί είπε της αδελφής | |
Paramythi_horis_onoma_1126 | - Εσύ να σωπάσεις ή σου στουμπώνω το στόμα! φώναξε το Βασιλόπουλο. - Μα παλικάρι μου θέλω μόνο την αλήθεια να πει το | |
Paramythi_horis_onoma_1713 | Ο Βασιλιάς των Μοιρολατρών ήταν πάντα τενεκές. Ένα στρατιώτη δεν αρμάτωσε ποτέ του. Με τι τρόπο θα υπερασπίσει όλα αυτά αν μου κατέβει καμιάν ώρα να του τα πάρω; | |
Paramythi_horis_onoma_1721 | που μόνος φαίνουνταν κατοικημένος. | |
Paramythi_horis_onoma_1779 | Κι έκαμε νόημα του Πολύκαρπου που βγήκε ευθύς πήδηξε στο άλογο του και πηλάλα ανέβηκε στο παλάτι όπου ξεκαβαλίκεψε και τρεχάτος μπήκε στην τραπεζαρία. Ο Βασιλιάς έπαιζε σκάκι με την κυρα-Φρόνηση. | |
Paramythi_horis_onoma_0872 | Το Βασιλόπουλο έβγαλε τα ξυλαράκια από την τσέπη του και το μάθημα άρχισε. - Αν μαθαίνεις τόσο δα κάθε μέρα είπε ευχαριστημένος ο δά- σκαλος | |
Paramythi_horis_onoma_1271 | Σε μια στιγμή ο καβαλάρης ξεμπερδεύτηκε από τις πατήτρες και σηκώθηκε. Ο κουλός μ' ένα πήδημα έτρεξε στο δέντρο κι έκοψε το σκοινί. | |
Paramythi_horis_onoma_0506 | Χτύπησαν την πόρτα μα δεν αποκρίθηκαν από μέσα. Χτύπησαν δεύτερη φορά πάλι δεν αποκρίθηκαν. - Σπάσετε την πόρτα πρόσταξε το Βασιλόπουλο. | |
Paramythi_horis_onoma_0808 | Μα δεν έχω πια σίδερο. Και κάθομαι διπλοχέρης καπνίζοντας το τσιμπούκι μου ενώ η κόρη μου πουλά τα κεντήματα της για να φέρει λίγο ψωμί στο σπίτι. Όλα ανάποδα παλικάρι μου! | |
Paramythi_horis_onoma_0591 | Δε μου έφερε κανένα σμαραγδένιο βραχιόλι σαν της Βασίλισσας θειας μου; - Δύσκολο πράμα αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. | |
Paramythi_horis_onoma_0542 | σα να τους πρόσφερε σιωπηλά στα πεινασμένα αδέλφια. - Αχ τι ωραία σμέουρα! φώναξε η Ειρηνούλα. Έλα να τα μαζέψομε. | |
Paramythi_horis_onoma_0365 | - Α μα για να σου πω με ζάλισες επιτέλους! είπε ο δικαστής που ξανάρχισε να θυμώνει. Δε μου λες ποια είναι η αφεντιά σου που | |
Paramythi_horis_onoma_1334 | - Πολύδωρε! φώναξε κι έπεσε στα γόνατα κοντά του. | |
Paramythi_horis_onoma_0103 | Ο αρχικαγκελάριος χωρίς ν' ανασηκωθεί άνοιξε τα δυο του χέρια κι έδειξε του Βασιλιά πως ήταν άδεια. Ο Άρχοντας κατάλαβε. | |
Paramythi_horis_onoma_0274 | Η Ειρηνούλα σηκώθηκε και τον ακολούθησε. - Ποιος μας διώχνει πάλι; ρώτησε. - Ειρηνούλα είπε με σουφρωμένα φρύδια το Βασιλόπουλο | |
Paramythi_horis_onoma_1704 | μόνο πήρε τα φλουριά του κι έφυγε με τα καράβια. Τότε φώναξε ο Άρχοντας τον αρχικαγκελάριο του και του είπε: - Να πας στο βασίλειο των Μοιρολατρών | |
Paramythi_horis_onoma_1370 | Το Βασιλόπουλο κατάλαβε αμέσως πόσο μπορούσε να ωφεληθεί από αυτή την αμέλεια. | |
Paramythi_horis_onoma_1599 | Δεν μπορείτε να ξεμάθετε τα μαλώματα; - Μόνες μας αδύνατο! είπε η Ζήλιω. Αλλά η Γνώση λέγει πως έχει ένα γιατρικό και θα μας το δώσει. | |
Paramythi_horis_onoma_1652 | Αυτό όμως δε γιάτρεψε τη μελαγχολία του. | |
Paramythi_horis_onoma_0631 | Τι ήθελε τώρα να πάγει να σκοτωθεί ο τενεκές ο Πανουργάκος! Αυτός τα φρόντιζε και τα ήξερε όλα αυτά στα πέντε δάχτυλα!... Φώναξε λοιπόν τον πρωτοβεστιάριο Κατρακυλάκο. | |
Paramythi_horis_onoma_0357 | και τσάκισε άλλον ένα ξεροψημένο τσίρο. - Άνοιξε! φώναξε το Βασιλόπουλο. Ειδεμή σου τ' ορκίζομαι πριν σηκωθεί ο ήλιος θα σου έχω κόψει το κεφάλι! | |
Paramythi_horis_onoma_0795 | - Αδελφή σου είναι η παιδούλα; - Ναι! - Ορίστε στο φτωχικό μου λοιπόν καθήστε να ξεκουραστείτε. - Δεν έχω καιρό να | |
Paramythi_horis_onoma_1450 | Σταυροκοπήθηκε σκούπισε τα μάτια του κι επανέλαβε με τρεμουλιάρικη φωνή: - Ο Θεός με λυπήθηκε! | |
Paramythi_horis_onoma_0544 | που ακολουθούσαν όλα τον ίδιο δρόμο είτε πήγαιναν είτε ήρχουνταν σταματώντας κάπου κάπου σα να συνομιλούσαν | |
Paramythi_horis_onoma_0180 | - Ποιος είναι; ρώτησε από μέσα μια γυναικεία φωνή. - Άνοιξε μας παρακάλεσε το Βασιλόπουλο. | |
Paramythi_horis_onoma_1644 | Έτσι ήλθε ο χειμώνας έπεσαν τα φύλλα των δέντρων έφυγαν τ' αγριόπουλα κρύφθηκαν τ' αγρίμια και σκεπάστηκε ο τόπος χιόνια. | |
Paramythi_horis_onoma_1441 | Ο ατάραχος τρόπος του Βασιλόπουλου καθησύχασε τους φόβους του κυρ-Λαγόκαρδου και αμέσως ξαναθάρρεψε. - Αχ Αφέντη μου! κλαύθηκε. | |
Paramythi_horis_onoma_0967 | - Α να και άλλες καταγραφές είπε ευχαριστημένος να και ονόματα στρατιωτών. - Κούκος - Κουκάκης - Κουκίδης - Κουκόπουλος - | |
Paramythi_horis_onoma_1157 | Οι ξυλοκόποι γέλασαν. - Μα έλα δα που δεν έχομε! είπαν. Το Βασιλόπουλο σκέφθηκε λίγο. - Δώσ' μου το τσεκούρι σου είπε. | |
Paramythi_horis_onoma_0552 | μόνο κάνει παρακαταθήκη στη φωλιά του για τους κακούς καιρούς ίσως... - Αλήθεια θαύμασε η Ειρηνούλα. | |
Paramythi_horis_onoma_0203 | γιατί λέγει η μάνα σου πως είναι κρίμα να φύγω μακριά; Η κόρη δίστασε. Ύστερα είπε δειλά: | |
Paramythi_horis_onoma_0776 | Αυτός πρέπει να του κουβαλούσε τα πράματα που λίγα-λίγα τα έκλεβε από το παλάτι. - Λες να τον προφθάσομε; ρώτησε η Ειρηνούλα. - Ποιος ξέρει; | |
Paramythi_horis_onoma_1759 | Πήγαν παρακάτω το ίδιο. Έκαναν να περάσουν μεταξύ σε δυο κάστρα και από τις δυο μεριές τόσα βέλη πέταξαν που οι μισοί στρατιώτες έμειναν στον τόπο. | |
Paramythi_horis_onoma_0252 | ώρες περπατούσαν στον ξερό απέραντο κάμπο. Στο τέλος έφθασαν σ' ένα ερειπωμένο χωριουδάκι | |
Paramythi_horis_onoma_1298 | - Τώρα θ' αρχίσει το πανηγύρι είπε ο κουλός. Το ρεύμα ήταν δυνατό στο στενό αυτό μέρος και ο ναύτης με δυσκολία οδηγούσε | |
Paramythi_horis_onoma_0483 | Αν το καταστρέψομε όμως θα το ξεχάσομε. Και δεν πρέπει να το ξεχάσομε. Ας μείνει εδώ. | |
Paramythi_horis_onoma_1063 | - Κοροϊδεύεις πατριώτη! είπε γελώντας ο νέος. - Δεν κοροϊδεύω. Ο εχθρός είναι μέσα στον τόπο! | |
Paramythi_horis_onoma_1070 | ο εχθρός δεν περνά το ποτάμι! είπε ένας με φωνή βραχνή από το μεθύσι. Όσοι κάθονται από την άλλη μεριά ας φροντίσουν για τον εαυτό τους. | |
Paramythi_horis_onoma_1770 | Το παλικάρι σήκωσε το κεφάλι και είδε τον απεσταλμένο του θείου Βασιλιά. - Ποιος είσαι και τι θέλεις; ρώτησε. | |
Paramythi_horis_onoma_0981 | - Δε γίνηκαν γιατί δεν ήταν. - Από πότε έπαυσε να υπάρχει στρατός; ρώτησε το Βασιλόπουλο χωρίς να χάσει την υπομονή του. | |
Paramythi_horis_onoma_1751 | - Ρίξε μια ματιά γύρω σου εκεί κατά τα σύνορα και πες μου τι βλέπεις; - Κάστρα Άρχοντα μου. - Είσαι βλάκας! ξεφώνισε | |
Paramythi_horis_onoma_0334 | Να χθες βράδυ ακόμα μου κλέψανε τα λίγα σμέουρα που ωριμάζανε αγάλι-αγάλι στη σμεουριά μου. Και δε φθάνει αυτό μόνο μου κόψανε και μου ρημάξανε το φυτό ολόκληρο! | |
Paramythi_horis_onoma_1341 | Το παλικάρι αυθόρμητα έδωσε τη ζωή του στην πατρίδα και σας έδειξε το δρόμο για να φθάσετε στη δόξα. | |
Paramythi_horis_onoma_0557 | Ένα κοπάδι τρομαγμένες αγριόπαπιες πέταξαν κι έφυγαν χτυπώντας τα φτερά τους. - Πάπιες! | |
Paramythi_horis_onoma_1293 | - Γρήγορος; Όχι κανένας. Κάμποση ώρα τους έσυρε το ποτάμι χωρίς να μιλήσουν πια. | |
Paramythi_horis_onoma_1503 | - Τα φλουριά αυτά είναι ιερά πατέρα είναι βαμμένα μ' αίμα είπε. Και τού έδειξε έναν πλατύ κόκκινο λεκέ που απλώνουνταν στη | |
Paramythi_horis_onoma_1357 | - Πού είναι ο ναύτης; ρώτησε ενθουσιασμένο το Βασιλόπουλο. Θέλω αμέσως να του μιλήσω! - Δεν ξέρω αποκρίθηκε ο πρωτομάστορης. | |
Paramythi_horis_onoma_0429 | γιατί λέει χτίζει καράβια και αγοράζει λέει σπαθιά και δεν έχει φλουριά περισσευούμενα να στέλνει έξω από τον τόπο. | |
Paramythi_horis_onoma_0674 | τελείωσε ο στρατός του κάκου τον γυρεύεις Αφέντη μου! Μείναμε μεις οι δυο ο μάγειρας μου κι εγώ! | |
Paramythi_horis_onoma_0082 | Όλη μέρα έτσι τα πάμε η μια να ξεφωνίζει άσπρο και η άλλη να στριγλίζει μαύρο! - Τι είναι αυτά μπροστά σε κείνα που τραβώ εγώ η δύστυχη! | |
Paramythi_horis_onoma_0184 | Ξαπλωμένο σ' ένα σοφά κοιμούνταν ένα κορίτσι. Η γριά το κούνησε λαφριά. - Ξύπνα κόρη μου | |
Paramythi_horis_onoma_0436 | - Το βλέπω βλάκα! Δε σε ρωτώ πώς τα λένε!... Άδειασε τ' άχυρα και κοίταξε παρακάτω. Θα έχει και άλλα πράματα κανένα θησαυρό κρυμμένο... | |
Paramythi_horis_onoma_1831 | Στον ίσκιο των πλατάνων δυο άσπροι πέτρινοι σταυροί έστεκαν πλάγι-πλάγι: ο τάφος του Πολύδωρου και ο τάφος του νέου της τα- βέρνας. | |
Paramythi_horis_onoma_0683 | Στην πλώρη της μιας κοιμούνταν ένας κουλός με το στόμα ανοιχτό. Ο Βασιλιάς κοίταξε πάνω και κάτω του ποταμού μα άλλο δεν είδε παρά χορτάρι πράσινο | |
Paramythi_horis_onoma_1574 | Και κάθε πρωί πριν αρχίσουν άλλη δουλειά όλοι έβγαιναν στο κυνήγι και με τα βέλη τους σκότωναν ελάφια λαγούς κουνέλια ή αγριοκάτσικα | |
Paramythi_horis_onoma_0885 | όγδοο. Η ΚΟΡΩΝΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ | |
Paramythi_horis_onoma_1708 | είδα χωριά όπου όλα τα καλύβια είναι νοικοκυρεμένα και περιτριγυρισμένα με περιβολάκια γεμάτα πορτοκαλιές μηλιές αχλαδιές κερασιές και άλλα δέντρα με λαχανικά είδα χωράφια και χωράφια | |
Paramythi_horis_onoma_0134 | Μα δεν πρόφθασε να τελειώσει. Τέτοια καλή τύχη ο Πανουργάκος δεν την άφησε να φύγει. Άρπαξε το σακούλι του κατατρομαγμένου Κακομοιρίδη | |
Paramythi_horis_onoma_0843 | - Φύλαξα φαγί για σένα και την Αφεντιά του τον αδελφό σου είπε χαρούμενα της Ειρηνούλας μόλις την είδε. Έμπα στην τραπε- | |
Paramythi_horis_onoma_0790 | Θα πάγω στο δάσκαλο θα δουλέψω μέρα-νύχτα και θα μάθω! Αλλιώς δε θα εκτελέσω ποτέ το σκοπό μου. Κάμποση ώρα πήγαιναν τ' αδέλφια. | |
Paramythi_horis_onoma_1012 | - Ο γιος του Βασιλιά; φώναξε. - Το Βασιλόπουλο! μουρμούρισε η κόρη. Και οι δυο έπεσαν στα γόνατα παραζαλισμένοι. | |
Paramythi_horis_onoma_0208 | Και ζούμε ολομόναχες στη μοναξιά της εξοχής που άλλοτε ήταν κατάφυτη και κατοικημένη μα που τώρα είναι όλο πέτρες κι ερημιά. | |
Paramythi_horis_onoma_1511 | Ισως δουλεύοντας τη γη που θα μας θρέψει. - Σε μερικά χρόνια δηλαδή; Και ωστόσο θα τρώμε σούπες από ξυνήθρα που θα μας τις βράζει η Ειρηνούλα; | |
Paramythi_horis_onoma_0232 | Εγώ δεν κάνω τίποτα και βαριούμαι φοβερά! Να σήμερα το πρωί ώσπου να ξυπνήσει ο αδελφός μου | |
Paramythi_horis_onoma_0415 | - Καλώς την! είπε ημερεμένος. Ήσουν περίπατο; Δε σε είδαμε σήμερα. Η Βασίλισσα απασχολημένη με τα γυαλάκια της μήτε γύρισε να δει. | |
Paramythi_horis_onoma_0444 | και μου είπε να περιμένω απ' έξω ώσπου να συλλογιστεί με τον καραγκιόζη του που είναι λέει ο καλύτερος του σύμβουλος τι μπορεί να σου στείλει για να σε ωφελήσει περισσότερο. | |
Paramythi_horis_onoma_1725 | Μου είπαν πάλι πως ήταν το παλάτι του Βασιλιά. Και πάλι δεν πίστεψα και πήγα στο στρατόπεδο που βρίσκεται κοντά στο ποτάμι. | |
Paramythi_horis_onoma_1193 | ο Πολύκαρπος γύριζε κάθε λίγο και την κοίταζε και απελπίζουνταν που δεν μπορούσε να την παρηγορήσει. - Τι είναι αυτά; Τι κακό γίνεται δω; βροντοφώνησε το Βασιλόπουλο. |
End of preview. Expand in Data Studio
README.md exists but content is empty.
- Downloads last month
- 203